• ΑΕΛ-ΑΕΚ 0-0: Stop στον κάμπο!Η ΑΕΛ φρέναρε την ΑΕΚ στο AEL FC ARENA μετά το 0-0 και ο Ολυμπιακός με τον ΠΑΟΚ... τρίβουν τα χέρια τους!
  •  Α.Ε. Μενιδίου - Φιλέλληνες Πέτα 0-3 (video)Δείτε τα γκολ και τις καλύτερες φάσεις από τον αγώνα.
  • Αποτελέσματα 18ης αγωνιστικής Α΄ΕΠΣ ΑΡΤΑΣΑναλυτικά η βαθμολογία.
  • «Αποδείχτηκε επικίνδυνο το ροτέισον»Προβληματισμένος ο Δημήτρης Σπανός μετά τη «λευκή» ισοπαλία του Άρη με τον Καραϊσκάκη.
  • «Δεν δώσαμε δικαιώματα»Ιδιαίτερα ικανοποιημένος από το βαθμό που απέσπασε ο Καραϊσκάκης, εμφανίστηκε ο Σάκης Παπαβασιλείου.
  • Παναθηναϊκός – Κέρκυρα 4-0Ο Παναθηναϊκός διέλυσε 4-0 την Κέρκυρα παίζοντας ωραία μπάλα και έχοντας «φρέσκα» πρόσωπα που του έδωσαν ώθηση για να επιστρέψει στις νίκες!
  • Άρης – ΑΕ Καραϊσκάκης 0-0 (video)Δείτε στο video όλα όσα συνέβησαν στη σημερινή αναμέτρηση.
  • Παλικαρίσιος βαθμός για Καραϊσκάκη!Πραγματοποιώντας εξαιρετική εμφάνιση, η ΠΑΕ Καραϊσκάκης Άρτας αναδείχτηκε ισόπαλη χωρίς τέρματα (0-0) στο γήπεδο «Κλεάνθης Βικελίδης» με τον Άρη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Πέγκυ Ρίγγα διευθύνει τρία από τα πιο όμορφα σινεμά της Αθήνας

Τελευταία ενημέρωση από epithesi artas
Η Πέγκυ Ρίγγα διευθύνει τρία από τα πιο όμορφα σινεμά της Αθήνας

Η αρχαιολόγος και ιδιοκτήτρια των κινηματογράφων Ριβιέρα, Βοξ και Ααβόρα αφηγείται τη ζωή της στο LIFO.gr

Κόρη του αρτινού Ράκια Ρίγκα, του αρτινού που το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το θερινό σινεμά, είναι η Πέγκυ Ρίγκα, που σήμερα διευθύνει τους κινηματογράφους Ριβιέρα, Βοξ και Ααβόρα και συνεχίζει την ιστορία του πατέρα της, έχοντας και το μυαλό της στην Άρτα, άσχετα "αν θεωρεί τον εαυτό της Αθηναία", όπως είπε στην συνέντευξη που παραχώρησε στο LIFO.gr και την αναδημοσιεύουμε, ως έχει, παρακάτω:

 

Γεννήθηκα στο Λητώ, ένα χιονισμένο πρωινό του Φεβρουαρίου, σε μια τυπική μικροαστική οικογένεια. Οι γονείς μου είχαν καταγωγή από την Ήπειρο, την Άρτα, εγώ όμως θεωρώ τον εαυτό μου Αθηναία, παρόλο που δεν κατατάσσομαι στους γκάγκαρους.

 

Μία από τις πρώτες μου αναμνήσεις είναι να τριγυρνάω με το τρίκυκλο ποδηλατάκι μου στην πλατεία Εξαρχείων, γύρω από το φανάρι, μαζί με τη γιαγιά μου. Είναι μια εικόνα πολύ διαφορετική από αυτήν που έχουμε για τη σημερινή πλατεία. Είμαι τσιμεντοτραφής. Με την αρχαιολογία και τις ανασκαφές έμαθα λίγο τη φύση και ξέρω να αναγνωρίζω και δυο-τρία φυτά και πώς είναι το χώμα.

 

Ο μπαμπάς μου ήταν ακριβώς η ιστορία του Σινεμά ο Παράδεισος. Δούλευε από μικρός σε σινεμά. Στην αρχή πουλούσε τσιγάρα και όλα αυτά που πουλούσαν με τις τάβλες στο διάλειμμα, μετά έριχνε τίτλους –υπάρχει μια ιδιοκατασκευή η οποία είναι ελληνική, η τιτλέζα, και φτιαχνόταν από τα εξαρτήματα των μηχανών προβολής–, έπειτα δούλεψε ως βοηθός μηχανικού, πήρε το δίπλωμα του μηχανικού και στη συνέχεια θέλησε να φτιάξει το δικό του σινεμά. Ήταν πολύ φιλόδοξος. Ξεκίνησε από ένα σινεμά που δεν υπάρχει τώρα, ένα θερινό, την Άννα στη λεωφόρο Βουλιαγμένης. Μετά επικεντρώθηκε στα Εξάρχεια και το 1969 έχτισε τη Ριβιέρα. Στη θέση της Ριβιέρας ήταν δύο νεοκλασικά, τα οποία κάηκαν, και ο πατέρας μου, με την αθωότητα εκείνων των χρόνων, φαντάστηκε στη θέση τους τον θερινό κινηματογράφο.

 

Χαρακτηριστικό είναι ότι όσα σινεμά έφτιαξε, τους έδωσε γυναικεία ονόματα: Άννα, Ριβιέρα, Αθηναία, Ααβόρα – εκτός από το Βοξ. Αυτό δεν το έφτιαξε ο μπαμπάς, είναι προπολεμικό, του 1938. Τη δεκαετία του '70 το Βοξ ήταν ένα υπερδιάσημο σινεμά και η Ριβιέρα ήταν ένα καινούργιο ανάμεσα στα πολλά που είχε η περιοχή – τη Νεάπολη την έλεγαν Σινέπολη κάποτε λόγω των πολλών κινηματογράφων της. Στο Βοξ εκείνες τις εποχές η ουρά έφτανε και δύο φορές στο τετράγωνο, φοβερές εποχές. Είχε κρατήσει ο πατέρας μου σε αρχεία τα εισιτήρια της κάθε ημέρας, την είσπραξη κ.λπ. και βλέπεις 800, 900 εισιτήρια μέσα σε ένα βράδυ, μπορεί και 1.000. Ο χώρος σήμερα είναι ακριβώς ο ίδιος, αλλά έχει πιο λίγες θέσεις γιατί οι καρέκλες τώρα είναι πιο φαρδιές. Επειδή δεν ήθελε να έχει ανταγωνιστή ένα τόσο μεγάλο όνομα δίπλα σε ένα σινεμά πρωτόβγαλτο, αναγκάστηκε να το νοικιάσει με υψηλό ποσό. Ήταν ανήσυχος άνθρωπος, αφιέρωσε όλη του τη ζωή στο σινεμά, δεν θυμάμαι να πήγε ποτέ διακοπές. Ήταν δοσμένος στο σινεμά και ειδικά στο θερινό, του είχε ιδιαίτερη αδυναμία.

 

Η Ριβιέρα είναι η δική μου παιδική χαρά. Εκεί μέσα μεγάλωσα. Με τον μπαμπά μου στην αίθουσα προβολής, τη μαμά μου στο ταμείο κι εμένα, μοναχοπαίδι, να βλέπω Παζολίνι από τα τέσσερα. Δεν ξέρω πόσο ήταν σωστό αυτό, αλλά μπορεί να εξηγεί μερικά πράγματα για τη μετέπειτα πορεία μου. Το Σαλό ήταν για πολλά χρόνια ένα είδος ιεροτελεστίας στο Βοξ, ο πατέρας μου το έπαιζε τουλάχιστον μία φορά, και προσπαθώ να βρω τα δικαιώματα να το προβάλω κι εγώ στη μνήμη του πατέρα μου.

 

Η Ριβιέρα και το Βοξ είναι έντονα συνδεδεμένα με τα Εξάρχεια και την πλατεία. Το Βοξ είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και με την μπλε πολυκατοικία – κάποτε, μάλιστα, τα διαμερίσματα που ήταν από την πλευρά που έβλεπαν στο σινεμά είχαν πιο ακριβό ενοίκιο από τα υπόλοιπα. Δεν υπήρχε τότε τηλεόραση και το σινεμά ήταν η μόνη πρόσβαση που είχαν οι άνθρωποι στην κινούμενη εικόνα.

Το Βοξ είναι μια δύσκολη κατάσταση. Είναι πάνω από την κατάληψη και πολύς κόσμος τα έχει ταυτίσει αυτά τα δύο, πιστεύουν ότι είναι κατειλημμένο το σινεμά ή ότι είναι κλειστό. Όταν ασχολήθηκα με τα σινεμά, το καλοκαίρι του 2014, έρχονταν και με ρωτούσαν «ξανάνοιξες το Βοξ;». Μα, το Βοξ δεν έκλεισε ποτέ, έκλεισε μόνο την ημέρα που πέθανε ο μπαμπάς μου, γιατί ήταν ατομική επιχείρηση. Ο περισσότερος κόσμος έχει την εντύπωση ότι δεν λειτουργεί. Η αλήθεια είναι ότι και τα δύο σινεμά χαίρουν ασυλίας, κατά τη διάρκεια των επεισοδίων δεν έχει σπάσει ούτε ένα τζάμι από την προθήκη. Δεν έχουν πειραχτεί ποτέ, δεν τα έχουν στοχοποιήσει και αυτό το θεωρώ τεράστια τύχη. Βέβαια, έχουν χτυπηθεί με άλλους τρόπους. Με την υποβάθμιση της περιοχής δεν έχουν την επισκεψιμότητα που είχαν παλιά, πολύς κόσμος φοβάται να έρθει γιατί δεν ξέρει τα Εξάρχεια. Δεν είναι η εμπόλεμη ζώνη που τα παρουσιάζουν. Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται με έναν φόβο, το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που κοιτάνε πίσω τους. Δεν είναι επικίνδυνα για τον κόσμο τα Εξάρχεια, είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι ένα μέρος όπου, αν σε πειράξει κάποιος, θα βρεθούν άνθρωποι να σε υπερασπιστούν. Είμαι παιδί του κέντρου και προσπαθώ να βρω τρόπο να γυρίσω εδώ, δεν μπορώ να καταλάβω την κουλτούρα των προαστίων, υποφέρω. Προσπαθώ να γυρίσω, αλλά δεν τα καταφέρνω, για οικονομικούς λόγους. Στο Μαρούσι όπου μένω τα τελευταία χρόνια, το βράδυ φοβάμαι να κυκλοφορήσω, στα Εξάρχεια δεν έχω φοβηθεί ποτέ. Τα Εξάρχεια παραμένουν γειτονιά και θα βρεις πολύ περισσότερους ανθρώπους που θα ενδιαφερθούν για τον διπλανό τους. Κάποτε είχαν μαχαιρώσει έναν φαρμακοποιό στο Μαρούσι και χτυπούσε για ώρες ο συναγερμός. Κανείς δεν πήγαινε να δει τι γίνεται.

 

Μην τα εξιδανικεύουμε, όμως, τα Εξάρχεια, έχουν τα προβλήματά τους. Η ανθρωπογεωγραφία της πλατείας αλλάζει με ταχύτατους ρυθμούς. Δηλαδή, μπορεί να έχεις ένα εξάμηνο να την παρακολουθήσεις και να έχεις χάσει επεισόδια. Αλλάζει με πολύ γρήγορους ρυθμούς σε επίπεδο συμμαχιών και διάφορων άλλων αλληλεπιδράσεων. Δεν είναι το πιο εύκολο μέρος του κόσμου ούτε για το επιχειρείν ούτε για οτιδήποτε έχει σχέση με αυτό, αλλά παραμένει ένας πολύ ενδιαφέρων χώρος.

 

Πρόσφατα βρήκα μια σακούλα με παλιά προγράμματα και σε ένα από αυτά ο μπαμπάς μου είχε γράψει, κάτω από το έργο της επόμενης εβδομάδας, «ένας τουρίστας ήρθε στην Αθήνα και τον ρώτησαν τι του έκανε εντύπωση και είπε η Ακρόπολη και τα θερινά σινεμά». Εγώ τυχαίνει να αγαπώ και τα δύο. Είμαι πολύ παθιασμένη με την Αρχαιολογία, από το Δημοτικό έλεγα ότι θα γίνω αρχαιολόγος. Όλο το σχολείο το ήξερε και όταν πέρασα στην Αρχαιολογία, ήταν ίσως η μόνη στιγμή της ζωής μου που ήμουν ευτυχισμένη. Κατέβαινα την Εμμανουήλ Μπενάκη προς Ανδρέου Μεταξά και ένιωθα πως μπορώ να κατακτήσω τον κόσμο. Αυτή την αίσθηση δεν την έχω ξανανιώσει, ήταν η στιγμή της παντοδυναμίας μου στον πλανήτη. Σπούδασα Αρχαιολογία, συμμετείχα σε ανασκαφές, έφυγα για μεταπτυχιακό στο Λονδίνο, αλλά δεν μπόρεσα να συνεχίσω στη διατριβή, επειδή ο μπαμπάς μου είχε ήδη αρρωστήσει. Υπήρχαν πολλά προβλήματα κι έπρεπε να γυρίσω. Γύρισα και δούλεψα ως συμβασιούχος στην Αρχαιολογική Υπηρεσία. Το επάγγελμα του αρχαιολόγου ήταν από τα πρώτα που χτυπήθηκαν το 2009, με την αρχή της κρίσης. Σταμάτησε η οικοδομή, σταμάτησαν τα δημόσια έργα και όλοι οι συμβασιούχοι βρεθήκαμε χωρίς δουλειά. Είμαστε πάρα πολλοί οι άνεργοι συμβασιούχοι αρχαιολόγοι.

 

Τα σινεμά ήταν ένας τρόπος να βγάλω χρήματα γιατί οι συμβάσεις της Αρχαιολογίας δεν μπορούν να σε καλύψουν. Δεν μπορούσα και να τα αφήσω, γιατί ήταν η οικογένειά μου. Ακριβώς επειδή ήμουν μοναχοπαίδι, η αγωνία για το τι θα γίνει με τους χώρους ήταν σαν ψάχνω να δω τι θα κάνω με τα αδέλφια μου. Και όταν έφυγε ο μπαμπάς μου από τη ζωή δεν μπορούσα να πω «τα αφήνω» ή «παραχωρώ την επιχείρηση». Έτσι, αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτά. Από την άλλη, βέβαια, είναι μια πλατφόρμα. Ανακάλυψα ότι μπορούσα να κάνω διάφορα πράγματα που να έχουν σχέση με τον πολιτισμό, ακόμα και με την Αρχαιολογία per se.

 

Τα ψηφιακά μέσα είναι μια πολύ μεγάλη επένδυση που στοίχισε πάρα πολύ σε μια εποχή τεράστιας οικονομικής δυσπραγίας, κατά την οποία πρέπει να αγοράσεις ή να νοικιάσεις ένα πανάκριβο μηχάνημα για τέσσερις μήνες τον χρόνο. Και είναι μονόδρομος, γιατί κόπιες σε φιλμ δεν βγαίνουν καθόλου πια. Επίσης, και ως κινηματογραφική κοινότητα δεν μπορούμε να το διαχειριστούμε αυτό, γιατί παλιότερα έβγαινε μια νέα ταινία σε δέκα κόπιες, επειδή καθεμιά έκανε 2,5-3.000. Δεν μπορούσες να βγάλεις 100 κόπιες, οπότε και θα παιζόταν σε δέκα σινεμά. Τώρα, με έναν σκληρό δίσκο γεμίζεις όλη την Αττική. Αυτό είναι καλό για τα γραφεία διανομής γιατί θα μαζέψουν λεφτά από τα εισιτήρια, αλλά για την αίθουσα είναι καταστροφικό.

 

Το κοινό του σινεμά συρρικνώθηκε αρκετά τα τελευταία χρόνια, το κατέβασμα ταινιών είναι ένα από τα trends της εποχής. Προσωπικά, δεν το φοβάμαι τόσο πολύ, γιατί το έχω ξαναδεί το έργο με το βίντεο και την ιδιωτική τηλεόραση – υπάρχει μεγάλη πτώση και μετά υπάρχει μια περίοδος μεγάλης ανάκαμψης.  Ελπίζω σε αυτή την ανάκαμψη για να μπορέσω να τα βγάλω πέρα. Βλέπω, πάντως, ότι ειδικά στις επανεκδόσεις έρχονται και πολλά νέα παιδιά, τα οποία υπάρχει περίπτωση να μην έχουν ξαναπάει σε θερινό σινεμά, να ξέρουν μόνο το σινεμά των multiplex.

 

Αυτήν τη στιγμή στην Αττική πρέπει να υπάρχουν 70-80 θερινά σινεμά, μαζί με αυτά στις παραθαλάσσιες περιοχές. Στο κέντρο είναι λίγα και υπάρχουν και κάποια διατηρητέα που έχουν κλείσει γιατί δεν ήταν βιώσιμες επιχειρήσεις.

 

Έχω ξεκινήσει πολλά πράγματα και δεν έχω ολοκληρώσει τίποτα. Δεν είμαι περήφανη για κάτι, δεν έχω νιώσει αυτό το αίσθημα ακόμη, αλλά ελπίζω ότι κάποια στιγμή τα σχέδια που κάνω θα τελεσφορήσουν και θα μετατραπούν σε επιτυχία. Προσωπική, όχι οικονομική. Ο πιο μεγάλος φόβος αυτήν τη στιγμή είναι σίγουρα ο οικονομικός, στον οποίο πρέπει να αντεπεξέλθω. Δεν έχει να κάνει με το σινεμά αλλά με το υπαρξιακό, με το τι κάνω σε αυτό τον κόσμο. Δεν έχω βρει ακόμη την θέση μου σε αυτόν. Ίσως επειδή το έφεραν οι συγκυρίες κι έγινα «παθιασμένη αρχαιολόγος, νεόκοπη επιχειρηματίας», όπως το γράφω στο Facebook. Δεν έχω δημιουργήσει οικογένεια και είναι στα όρια πλέον τα πράγματα για να αποκτήσω παιδιά. Είμαι στο μεταίχμιο, σκεπτόμενη αν θα μου βγει σε καλό όλο αυτό, αν το κάνω καλά, αν θα το μετανιώσω. Είναι που μειώνονται οι επιλογές που έχεις ως γυναίκα από κάποιο σημείο και μετά και αυτό σε προβληματίζει.

 

Στον κινηματογράφο πάω πάντα μόνη μου, ποτέ με παρέα. Ανησυχώ αν στον άλλο δίπλα μου αρέσει η ταινία. Έμαθα να βλέπω μόνη μου, επειδή στο σινεμά ήμουν δίπλα στην κουρτίνα, σε μια καρέκλα. Εξακολουθώ να βλέπω ταινίες με αυτό τον τρόπο. Το σινεμά είναι το καταφύγιό μου, ειδικά οι παλιές οι αίθουσες, που συνήθως είναι υπόγειες, όπως το Ααβόρα, είναι σαν να εισέρχεσαι πάλι στη μήτρα. Είσαι στο απόλυτο σκοτάδι και ξαφνικά ξεχύνεται ένας κόσμος μπροστά σου, που τον γνωρίζεις και δεν τον γνωρίζεις. Είναι αυτό το bigger than life σινεμά που δεν πρόκειται να το χαθεί ποτέ.

 

Η μεγαλύτερη χαρά για μένα είναι η ανασκαφή. Είναι στο ίδιο επίπεδο με την παρακολούθηση μιας ταινίας. Οι βόλτες στο Μοναστηράκι. Είμαι μανιώδης συλλέκτρια διάφορων πραγμάτων. Συλλέγω σχέδια και γκραβούρες νεοκλασικές, πορσελάνες ευρωπαϊκές με νεοκλασική διακόσμηση. Γενικά, έχω μια αδυναμία στον 18ο και 19ο αιώνα και σε ό,τι έχει να κάνει με το νεοκλασικισμό. Το έχω αυτό το στοιχείο του ρακοσυλλέκτη. Η τελευταία μου συλλογή είναι τα πράγματα που ξεχνάνε στον κινηματογράφο οι άνθρωποι. Τα μαζεύω με πολύ ενδιαφέρον από τον κάθε κινηματογράφο και μου κάνει εντύπωση που δεν έρχονται ποτέ να τα αναζητήσουν. Από ένα χαμένο σκουλαρίκι, μέχρι στρατιωτική ταυτότητα, για την οποία κάποιος μπορεί να έφαγε φυλακή. Έχω βρει και κανονική ταυτότητα. Το μόνο που αναζητούν αμέσως είναι το κινητό.

 

Με ενοχλεί η απαξίωση των πάντων, συλλήβδην. Ο κόφτης σε όλα, στις ζωές, στα συναισθήματα, στα χρήματα, στις σχέσεις, στα πάντα. Έχει πέσει ένας κόφτης παντού. Τα έχουμε ισοπεδώσει όλα και φοβάμαι ότι έχουμε αρχίσει πλέον να συνηθίζουμε τα πάντα. Ένας πολύ μεγάλος φόβος είναι αυτός, το ότι δεν μας κάνει πλέον τίποτα εντύπωση. Δεν έχουμε πάτο, αλλά δεν μας εντυπωσιάζει που δεν υπάρχει ο πάτος. Στεκόμαστε πολύ κυνικοί απέναντι σε όλα αυτά που συμβαίνουν.

 

Η ζωή καθαυτή δεν με έχει μάθει τίποτα, επειδή δεν την έχω ζήσει όπως θα ήθελα. Έχω μάθει, όμως, μέσα από την αρχαιολογία και το σινεμά. Έχω ζήσει τις ζωές των άλλων είτε μέσα από τα ευρήματα που βρίσκω σκάβοντας, από τις ζωές που έζησαν πριν από μερικές χιλιάδες χρόνια, είτε από τις ιστορίες που βλέπω μέσα από το πανί. Ακόμη δεν έχω πάρει τα μαθήματά μου. Βλέπεις ότι εδώ και 10-12.000 χρόνια ο άνθρωπος είναι ακριβώς ο ίδιος, έχουν αλλάξει ορισμένα πράγματα με την τεχνολογική πρόοδο, αλλά ο άνθρωπος, o homo sapiens, είναι ίδιος σε όλες τις εποχές. Είναι τα ίδια πάθη, τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες ανάγκες στο βασικό επίπεδο. Μη θεωρούμε ότι κάναμε κάτι φοβερό επειδή πατήσαμε στη Σελήνη. Όπως ήταν ο νεολιθικός άνθρωπος είμαστε, το ίδιο, αλλά με κινητό και λάπτοπ. Έχουμε κάνει ταυτόχρονα τη ζωή μας πιο εύκολη και πιο δύσκολη.

 

 

Ριβιέρα, Βαλτετσίου 46, 210 3844827

Βοξ, πλατεία Εξαρχείων, 210 3810727

Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO